Στέκομαι κάτω από μια ιτιά
που τα κίτρινα της πεσμένα φύλλα
έχουν σχηματίσει ένα δακτύλιο γύρω  της.
Ξαφνικά ένας καραγκιόζης που ξάπλωνε τόση ώρα
στο πεταμένο κουτάκι με τα σπίρτα
ξεκολλάει, ξεμουδιάζει και με ρωτάει.
-Υπάρχουν στην κορυφή του ασάλευτου βουνού
αυτόματοι πωλητές ;
-Εγώ δεν έχω φράγκο του λέω, θα πιώ από την πηγή
που αναβλύζει γάργαρο νερό.
Γελάει και αρπάζει μια γόπα,
την ανάβει με το περιεχόμενο του σπιτιού του
και συνεχίζει.
-Υπάρχουν, στην ψυχή μετρητές καλού-κακού ;
-Δεν νομίζω του απάντησα και
κοίταξα τον ήλιο που συμπλήρωνε την βάρδια του
καθώς την άλλαζε νωχελικά
με το σιωπηλό βήμα του σκοταδιού
που άπλωνε γύρω από την ιτιά,
γύρω από γόπες και πεσμένα φύλλα,
γύρω από ένα τόπο επιθυμητό που σκόνταψε στον δρόμο.
-Ξέρεις πως ξύπνησα από τον λήθαργό μου;
Δεν τον ρώτησα, περιμένω κάτι
εδώ και τόσα τσιγάρα
που ξέχασα τι περίμενα .
-Αυτό το φεγγάρι , συνέχισε,
σαν λεμονόκουπα που είναι
έσταξε στην άσπρη μου καρδιά
λίγο από το όξινο ωχρό του πύον,
έτσι ξύπνησα.
Τον αγνόησα εντελώς.
Τότε αυτός περπατώντας χαρακτηριστικά πιο πέρα
έκοψε μια ανθισμένη κόκκινη μαργαρίτα.
Η καρδιά του άρχισε τότε από άσπρη να γίνεται
πιο πορφυρή και από την καυτή λάβα.
Τότε τον ρωτάω.
-Τι περιμένουμε εδώ ;
-Έχει καμία σημασία ;

Advertisements
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Ένα πολύλογο μολύβι
ηδονίζεται όταν γράφει
την λευκή σελίδα.

Μια σκληρή σβήστρα
ηδονίζεται όταν σβήνει
την μαύρη σελίδα.

Μια νύχτα που το φως του φεγγαριού
περνούσε τις γρίλιες του παντζουριού,
ο ψεύτικος ποιητής ξεκίνησε μια βόλτα
στην πίσω αυλή του πέτρινου σπιτιού.

Εκεί ανάμεσα στο βαθύ πηγάδι
και την φουντωμένη πορτοκαλιά
έγινε μάρτυρας της αναμέτρησης των δυο ηδονών.
Ταράχτηκε και αρπάζοντας τον αναπτήρα
από την σιωπηλή του τσέπη
έκαψε την σελίδα.

Μέχρι το ψηλό βουνό ακούστηκε η φωνή του,
η φωνή του ψεύτικου ποιητή,
η φωνή της ταραγμένης χήνας.
Τους είπε πως ήταν εργαλεία στην δικιά του ηδονή.
Υστέρα αυτά, σκεπτόμενα πως είναι πράγματα,
άφησαν κάτω τα όπλα και ήρθαν στην αγκαλιά του,
στην αγκαλιά του ψεύτικου ποιητή,
στην αγκαλιά της αραχνιασμένης σαρκοφάγου.

Για να τιμωρήσει την αυθάδεια τους
που πράγματα κουβαλούν εγωισμό,
κρέμασε τη σβήστρα στην φουντωμένη πορτοκαλιά
και έπνιξε το μολύβι στο βαθύ πηγάδι.

Τις νύχτες που το φως του φεγγαριού
περνάει τις γρίλιες του παντζουριού
σκοντάφτει σε σκισμενες σελιδες
ο ψεύτικος ποιητής,
σκοντάφτει σε ματωμένα χρόνια
το κούφιο άγαλμα,
μα τα αγνοεί.
Μπορεί να μην είναι πια ποιητής
μα παραμένει εγωιστής.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Η μοναξιά έχει το χρώμα του κρύου δωματίου.
Έχει την γεύση της πίκρας
που αγκιστρώνεται στον ουρανίσκο
και δεν φεύγει ακόμα
και με την πιο γλυκιά σπιτική πορτοκαλόπιτα.
Έχει την όψη της κοφτερής λεπίδας
που τρομοκρατεί τις καημένες ψυχούλες μας.
Έχει την υφή των λερωμένων από το μελάνι δαχτύλων
που χτίζουν στίχους για να σκοτώσουν την ώρα.

Είναι σαν ενα σύννεφο μεθυστικό
που σε αγκαλιάζει τόσο σφιχτά
στα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια,
στις συνελεύσεις στο γραφείο,
στις φιλικές συναθροίσεις.
Θα φανεί μάταιο να της επιτεθείς
μιας και άψυχη και άυλη όπως είναι
κανένα χτύπημα δεν θα είναι αρκετό
να την ξεκάνει.

Μπορεί να γελάς με τα χειρότερα αστεία τους
και να ακούς όλο προσοχή ανούσιες αηδίες.
Να καλημερίζεις όλο αγάπη τους εχθρούς
και να εξυπηρετείς κάθε εγωιστική τους πράξη.
Μα πες μου τι γίνεται μέσα σου
όταν μαραίνεται η ψυχούλα σου
σαν διψασμένο τριαντάφυλλο;
Όταν οι εκρήξεις χτυπάνε ταμπούρλο στα μηνίγγια
σαν να θέλουν να βγουν έξω
γκρεμίζοντας το σύμπαν συθέμελα ;

Στην τελική η μοναξιά είσαι εσύ
και το χειρότερο δεν είναι να μείνεις για λίγο μόνος,
μα το να μην ταιριάζεις.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά.
Το φεγγάρι έχει βρει τη θέση του στο ποτήρι μου
που όλο αδειάζει και όλο γεμίζει.
Ας ήτανε τα λερωμένα χέρια μου
από τις πολλές βρώμικες χειραψίες
να κοβότανε και να έπινα
από ένα μικρό πράσινο καλαμάκι.
Ξέρεις η νύχτα ξεδιπλώνει τα μυστικά της
και εγώ πάντα σέρνω το κουφάρι μου
να ακολουθήσει τον μυστικό χορό της αποσύνθεσης.
Δεν τον φοβάμαι τον θάνατο
και τον φλερτάρω καθημερινά
σαν θυμάμαι τα μάτια σου.
Ένας γκρεμός απόκρημνος ,
ένα δέντρο χωρίς ρίζες,
ένα παιδί χωρίς χέρια
που παίζει ζάρια.
Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά
και ξέχνα όσα σε έγραψα
νύχτες σαν και αυτή.
Γιατί έτσι προσεγγίζεις την δημιουργία,
γυμνός και ξένος στην αρχή
και έπειτα σαν να κάθεσαι σε τραπέζι
φιλικό με τσίπουρα, μπουζούκια
και μαχαίρια.
Όχι μην φοβάσαι.
Απόψε δεν υπάρχουνε εχθροί,
δεν είμαστε μέλισσες που γνώρισαν
τον μοναδικό εχθρό
και ξεψυχούν πάνω στα φύλλα της ακακίας
δεν είμαστε εργάτες στην τελική
γιατί η ποίηση ,
ή τέλος πάντων αυτό που ευαγγελίζεται
είναι ο χειμαρρώδης και πλούσιος
-μέσα από την λιτότητα του –
λόγος.
Ο λόγος μόνος του.
τρεις μπύρες τον φλερτάρουν
και αυτός πάει στη γράπα.
Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά
μα είμαι τόσο χαζός που κρύβω
πίσω από τους στίχους μου
πολυπόθητα και ανένδοτα φιλιά.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε
Μίλα μου όπως μιλάει η πένα
γρατζουνώντας πάνω-κάτω
τις διπλές χορδές.
Μίλα μου όπως μιλάει το ταξίμι
με το μοναχικό ταξίδι των δαχτύλων
πάνω στην εβένινη ταστιέρα.
Κούρδισε καραντουζένι
και στείλε με στον διάολο.
Μην κοιτάς που ακούω σκυφτός.
Μετράω τα βήματα
σε ένα νοητό ζεϊμπέκικο
μιας και δεν μπορώ να πάρω
τα κουρασμένα πόδια μου
από το αποψινό μεθύσι.
Κοπέλα βιαστική που τρέχεις
να προλάβεις τα διψασμένα στόματα.
Φέρε ακόμα μια γράπα !
Μην κοιτάς που ακούω σκυφτός.
Τρέχει ο νους μου μέσα σε σπηλιές
όπου μερακλήδες χασικλήδες
την βρίσκουν ζούλα
με ένα τενεκεδένιο μπαγλαμά.
Τρέχει ο νους μου μέσα σε κρατητήρια
όπου μερακλήδες χασικλήδες
την βρίσκουν ζούλα
με ένα διφυλλάκι που γλύτωσε
από το εξευτελιστικό ψαχτήρι.
Μίλα μου όπως μιλαει η πένα
γρατζουνώντας πάνω-κάτω
τις διπλές χορδές.
Εξάλλου έτσι δεν είναι η ζωή ;
Τρέξιμο τα δάχτυλα στο καντίνι
και που και που μπάσο και ίσο
η βαριά μουργκάνα να σε συνεφέρει.
Μην κοιτάς που ακούω σκυφτός.
Έχω μπερδέψει δυο εποχές
και καταλήγω πως ζούμε
την ίδια φρίκη δυο φορές.
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Αυτά τα στόματα ξέρουν μονάχα
από ψιθύρους κουτσομπολιού.
Που και που φτύνουν κόκκαλα και γελούν.
Τρέμω το γυάλινο μάτι σαν με κοιτά
και γύρω απλώνεται ένας πελώριος κόκκινος φράχτης
από φαγωμένα δάχτυλα.
Περνούν οι περαστικοί και αφήνουν λουλούδια.
Περνάς και εσύ και αφήνεις κραυγές.
Κράξε καλή μου , ούρλιαξε
μέχρι να φτύσεις τα μαύρα
από τα αλλεπάλληλα τσιγάρα πνευμόνια σου.
Αλλοίμονο εδώ η αγωνία δεν είναι στίχος.
Δεν είναι τίτλος σε βιβλίο ψυχολογίας.
Είναι η ουσία αυτού του ποιήματος.
Ασθμαίνω.
Γύρω απλώνεται ένας πελώριος κόκκινος φράχτης
από μασημένα δάχτυλα.
Περνούν περαστικοί και αφήνουν
σκουριασμένες άγκυρες.
Περνάς και εσύ και αφήνεις αναπτήρες
να συνεχίσω το μαύρισμα των πνευμόνων μου,
να  αρπάξω ολόκληρος φωτιά
και να γκρεμίσω το γυάλινο μάτι.
Το ξέρεις άλλωστε πως σιωπηλοί
θα γκρεμίσουμε τούτο τον κόσμο και χορεύοντας,
πάντα χορεύοντας
γιατί τότε κοιτιόμαστε στα μάτια τα αληθινά
και σκάβει στα πρόσωπα το διαμαντένιο δάκρυ.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Ένα κέρινο κορίτσι
στρίβει το άσπρο φιτίλι της
το καπνίζει και λιώνει.
Από το στόμα της βγαίνουν κόκκινα
χρυσάνθεμα και μεταμεσονύχτιες αναμονές
που τις πετάει πετρούλες στο πορτοκαλί ποτάμι.

Ένας ύπουλος αναπτήρας
ψιθυρίζει διαρκώς κάτι ύποπτο
από την τσέπη του κέρινου κοριτσιού
όσο αυτή λιώνει.
«Βλέπω το χαιρέκακο γέλιο του
που σπάει κόκκαλα.»
Είπε το πράσινο μάτι της γκρι γάτας.
«Ύπουλε αναπτήρα καταραμένος θα σαι
έτσι όπως με θράσος
χαλάς την άνεση του σκοταδιού.»
Είπε το μικρό στόμα της γκρι γάτας
και τον τρώει μια χαψιά.

Μα το κορίτσι συνεχίζει να φλέγεται.
Φλέγετε μα τώρα κλαίει και λέει.
«Καταραμένη γάτα
ήταν ο καλύτερος χειρότερος μου φίλος.»
Από το στόμα της τώρα βγαίνουν πεθαμένες
κατσαρίδες και πύρινη οργή που πυρπολεί
το μπλε δάσος.

Αν κοιτάς τον ουρανό το βράδυ,
δεν βλέπεις τα φωτεινά άστρα,
ούτε τους ζαλισμένους
από τους κύκλους πλανήτες.
Βλέπεις κέρινους κοινούς
σαν και εμάς ανθρώπους
που φλέγονται και λιώνουν
για τον χαμένο τους αναπτήρα.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε