Φοράω την ίδια θλίψη μπλούζα.
Αυτή τη δύναμη που μπάλα πάει να με σκάσει.
Κανείς δεν κλώτσησε στην λάσπη.
Τα παπούτσια, της αρχοντιάς η καθαριότητα
φτιάχνει κουτσό στης λάσπης τα βουναλάκια
βουλιάζοντας,
κουρνιάζοντας στον οίκτο,
όσο κουβέρτες και σούπες ξορκίζουν καλοκαίρια.
Καρδιά μου χιονισμένη που απλώνεις
αυτή την ίδια θλίψη,
χωρίς ψαλίδι
με τα χέρια να κόβεις χαρτόνια την ψύχρα
και πλέκεις μοιρολόι.
Απόψε της νύχτας το αστέρι που δεν πρόλαβα τη πτώση.
Να σηκωθεί τις λάσπες να τρομάξει.
Να πάρει φόρα, φόρα δυνατή
και να τσουγκρίσει πάλι στα μέτωπα
που ο ιδρώτας γλύφει.
και πάλι αύριο να πεις
απλά είναι Τρίτη

16-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Το μαδημένο φτερό που ξεσκονίζει
κάθε κομμάτι σκόνης
σε διαλυμένα σερβίτσια εντροπίας.
Αυτή η κοινή ενοχή που απλώνει
το σαπισμένο μήλο σε αθόρυβους διαδρόμους
κρίκο-κρίκο, μια συμφωνία για αλυσίδα,
με μια αλήθεια καθισμένη σταυροπόδι
να μουλιάζει το μαστίγιο.

Σβηστό κερί.
Φωτοστέφανα με μπαταρίες.
Αυτή τη γη
μας την μόλυναν με σωτήρες,
κρίκους-κρίκους, καδένες και αλυσίδες

15-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Αγκαλιά μες την κοιλιά της στείρας νύχτας
τυλιγμένος ψιθύρους που πλέκουν
τον φόβο πανωφόρι.
Φαγούρα.
Την μέρα αρουραίοι ξυρίζουν μοϊκάνες
συλλέγουν δάκρυα σε τενεκέδες ανοξείδωτους.
Ο χειμώνας δεν είναι εποχή,
στων υπογείων τα κοινά σκοτάδια
είναι κατάσταση.
Κάτι που δένει και λύνει τα σκουριασμένα μάτια
που σκάβουν χειμάρρους στα πρόσωπα.
Φαγούρα.
Την νύχτα κερνάς μυρμήγκια
που περπατούν γλείφοντας το τρέμουλο στο χέρι
και αφήνει την λέξη μισή.
Το όνειρο που ξέχασες και ο στίχους που αργεί.

10-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Τίποτα πιο καθαρό από το βρώμικο.
αυτό που δέχεται το αποτύπωμα
αυτό που σπέρνει τον τρόμο σε κάθε ποδιά
και λύνει κάθε υστερικά δεμένο κόμπο.
Εδώ, που οι πνεύμονες, συσσωρευτές
καταπίνουν ανάσες τοξικές,
εδώ λασπώνεται το κάθε φρεσκοσφουγγαρισμένο δάπεδο.

Ενάντια στον λιπαρό καταναγκασμό των σαπουνιών
αντιασφυξιογόνες μάσκες
κολύμβησης μάσκες
αποκριάτικες μάσκες
ταγμένες όλες στην αποφυγή
κάθε αρωματικής ψευδαίσθησης
και αστραφτερής απομόνωσης.

Ανάμεσα σε ψίχουλα από φρυγανιές
σκισμένες εφημερίδες
και σπασμένα ποτήρια
θα κρατήσω την ανάσα μου μέχρι το τρία,
μπορεί και παραπάνω.

4-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Η σιωπή έχει το χρώμα ενός σταθμού.
Βήματα αναχώρησαν
φθείροντας σόλες
που σκάβουν την αναμονή σκάβουν
τους βολικούς μας βάλτους.
Έχει την γεύση του καπνού
ντυμένη στάχτη
και τυλίγει εκπνέοντας
με το ψύχος της αδράνειας
κάθε στάση του λεπτοδείκτη.
Στοπ. Στοπ. Στοπ.
Σκοντάφτω
σέρνοντας με θέρμη το πέπλο της φθοράς.
Είτε ψηφιακό, είτε αναλογικό,
τετελεσμένων αδιάφορο.
Στοπ!
Είναι
σιωπή παρά δέκα.

2-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Σκιές χωρίς σχήμα
ξεχειλώνουν τα όρια των γραμμών.
Ο γραφίτης ξοδεύεται αβίαστα
στο μαύρισμα των σελίδων.
Σκιαγραφώντας την σιωπή,
αλλεπάλληλα στρώματα απλώνουν
γκρίζα υποκείμενα τονισμένα
σε αποτυχημένο αντικειμενισμό.
Σκιαγραφώντας
-σκέτο-
καταρρέουν όλοι οι -ισμοί.
Τώρα τις γραμμές γκρεμίζουν
όσοι δεν ήρθανε σεισμοί!

Το εξώφυλλο σκισμένο προσάναμμα,
λάμψη για το πεπερασμένο
παρελθοντικό παρον.
Τα χέρια μουλιάζουν.
Τα χέρια λαχανιάζουν.
Δεν προλαβαίνουν τον παραλογισμό
που σείει τα λογικά πλαίσια των τετραδίων.
Που για οπισθόφυλλο ύπουλο κάλεσμα
σκιές χωρίς σχήμα σε μαυρισμένο χαρτί
τραγουδούν χορεύουν τραγουδούν :
“Γελοίες τελείες ρέει η ροή
τέλειες τελείες φως και σιωπή! ”

29-6-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Οι Ινδιάνοι δεν υπάρχουν πια
τους πάτησε το τρένο.
Μόνο ο καπνός έμεινε να υπενθυμίζει έναν ακόμα εθισμό.
Στην επικείμενη δυστοπία το κάπνισμα δεν θα είναι ικανό
να μας βλάψει το ίδιο όσο το ζευγάρι μορίων οξυγόνων,
σερβιρισμένο με κυάνιο, αρσενικό και μόλυβδο.
Τα βαρέα μέταλλα μαρσάρουν στους λιγδιασμένους οισοφάγους
ενός οικογενειακού δείπνου μιας καθυστερημένης Κυριακής.
“Ρεύομαι , με είπαν πως υπάρχω ”
Η ανάπτυξη χτυπάει το κουδούνι όμως ατυχία,
μας κόψαν τον ηλεκτρικό.

Θα πάω με τα πόδια σημαίνει ψάχνω φτερά.
Ένας σύντροφος πελαργός,
αφού συμπλήρωσε τα ένσημά του,
μετανιωμένος περισσότερο και από δήμιο
βούτηξε σε μια πετρελαιοκηλίδα.
Τα μωρά δεν γεννιούνται τις Δευτέρες
και αν το κάνουν ας περιμένουν να σχολάσουμε.

Η δασκάλα μας κάνει καθαρά γράμματα στον πίνακα.
Τι ασχήμια!
Τα παιδιά μουτζουρώνουν τα βιβλία τους.
Τι ομορφιά!
Όποιος μαθαίνει είναι καταδικασμένος να ξεμάθει.
Σημασία έχει να παραμείνουμε άγριοι.
Οι άνθρωποι δεν θα αλλάξουν τον κόσμο
γιατί πολύ απλά δεν είναι ικανοί για αυτόν.

Η πείνα παίζει ταμπούρλο σε πολλά στομάχια
μα το τρελό άλογο ξέχασε που έθαψε το τομαχωκ του πολέμου
καμία ξανθιά υπομονή καμία γαλανή αισιοδοξία
οι ομπρέλα σου εμποδίζει το ιερό δώρο της βροχής
και ένας κεραυνός σπάει το μολ—

15-5-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε