Να δεις φίλε που βιαστήκαμε.
Με τα ποτήρια αδειανά
να παίζουν την μοναξιά στα ζάρια.
Να δεις φίλε που ξεχάσαμε
πως ο ήλιος βγαίνει πάντα το πρωί
και στο σκοτάδι τόσες και τόσες
ψιθυρίσαμε συμφορές.
Ήθελα να ξέρα μονάχα
τι γοητεία μας κέρδισε
στο κενό του φωταγωγού.
Ξέρεις δεν είμαστε μόνοι
εδώ και ώρα μια μύγα επιμένει
να χτυπά στο τζάμι
νομίζοντας πως θα δραπετεύσει
από το ψυχρό λευκό δωμάτιο.
Θα ήθελα να ήξερα μονάχα
πόσα πρωινά ακόμη μένουν
πριν το μεγάλο σάλτο.

Να παίρνεις φόρα φίλε
να λες «είμαι δυνατός
τώρα ας τα γκρεμίσω»
και ύστερα με γέλιο κοφτερό
σαν ατσάλι γανωμένο
από τα χέρια σιδερά
να σχίζεις και να σχίζεις
όλα τα σάπια τους πανιά
που ούτε τον κώλο σου
δεν είναι να σκουπίσεις .
Να δεις φίλε που βιαστήκαμε
και εχει ακόμα πολλά ποτήρια
μέχρι να ξημερώσει.

Advertisements
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

εστω 1 τασακι Τ (τόπος)
όπου ∈
4 κενες μπαρες – 1 καμμενη
+ 27 τσιγαρα στριφτά – 1 αφιλτρο
+1 χαρτακι τσαλακωμενο
+ τις σταχτες αυτων.

Αν για καθε τσιγαρο ισχυει
~30 δευτερολεπτα στριψιμο
~3 λεπτα καπνισμα
με περιοδο μεταξυ ν-τσιγαρου + ν+1τσιγαρου 15λεπτα

Να υπολογιστεί η ανία.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Φοράω την ίδια θλίψη μπλούζα.
Αυτή τη δύναμη που μπάλα πάει να με σκάσει.
Κανείς δεν κλώτσησε στην λάσπη.
Τα παπούτσια, της αρχοντιάς η καθαριότητα
φτιάχνει κουτσό στης λάσπης τα βουναλάκια
βουλιάζοντας,
κουρνιάζοντας στον οίκτο,
όσο κουβέρτες και σούπες ξορκίζουν καλοκαίρια.
Καρδιά μου χιονισμένη που απλώνεις
αυτή την ίδια θλίψη,
χωρίς ψαλίδι
με τα χέρια να κόβεις χαρτόνια την ψύχρα
και πλέκεις μοιρολόι.
Απόψε της νύχτας το αστέρι που δεν πρόλαβα τη πτώση.
Να σηκωθεί τις λάσπες να τρομάξει.
Να πάρει φόρα, φόρα δυνατή
και να τσουγκρίσει πάλι στα μέτωπα
που ο ιδρώτας γλύφει.
και πάλι αύριο να πεις
απλά είναι Τρίτη

16-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Το μαδημένο φτερό που ξεσκονίζει
κάθε κομμάτι σκόνης
σε διαλυμένα σερβίτσια εντροπίας.
Αυτή η κοινή ενοχή που απλώνει
το σαπισμένο μήλο σε αθόρυβους διαδρόμους
κρίκο-κρίκο, μια συμφωνία για αλυσίδα,
με μια αλήθεια καθισμένη σταυροπόδι
να μουλιάζει το μαστίγιο.

Σβηστό κερί.
Φωτοστέφανα με μπαταρίες.
Αυτή τη γη
μας την μόλυναν με σωτήρες,
κρίκους-κρίκους, καδένες και αλυσίδες

15-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Αγκαλιά μες την κοιλιά της στείρας νύχτας
τυλιγμένος ψιθύρους που πλέκουν
τον φόβο πανωφόρι.
Φαγούρα.
Την μέρα αρουραίοι ξυρίζουν μοϊκάνες
συλλέγουν δάκρυα σε τενεκέδες ανοξείδωτους.
Ο χειμώνας δεν είναι εποχή,
στων υπογείων τα κοινά σκοτάδια
είναι κατάσταση.
Κάτι που δένει και λύνει τα σκουριασμένα μάτια
που σκάβουν χειμάρρους στα πρόσωπα.
Φαγούρα.
Την νύχτα κερνάς μυρμήγκια
που περπατούν γλείφοντας το τρέμουλο στο χέρι
και αφήνει την λέξη μισή.
Το όνειρο που ξέχασες και ο στίχους που αργεί.

10-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Τίποτα πιο καθαρό από το βρώμικο.
αυτό που δέχεται το αποτύπωμα
αυτό που σπέρνει τον τρόμο σε κάθε ποδιά
και λύνει κάθε υστερικά δεμένο κόμπο.
Εδώ, που οι πνεύμονες, συσσωρευτές
καταπίνουν ανάσες τοξικές,
εδώ λασπώνεται το κάθε φρεσκοσφουγγαρισμένο δάπεδο.

Ενάντια στον λιπαρό καταναγκασμό των σαπουνιών
αντιασφυξιογόνες μάσκες
κολύμβησης μάσκες
αποκριάτικες μάσκες
ταγμένες όλες στην αποφυγή
κάθε αρωματικής ψευδαίσθησης
και αστραφτερής απομόνωσης.

Ανάμεσα σε ψίχουλα από φρυγανιές
σκισμένες εφημερίδες
και σπασμένα ποτήρια
θα κρατήσω την ανάσα μου μέχρι το τρία,
μπορεί και παραπάνω.

4-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Η σιωπή έχει το χρώμα ενός σταθμού.
Βήματα αναχώρησαν
φθείροντας σόλες
που σκάβουν την αναμονή σκάβουν
τους βολικούς μας βάλτους.
Έχει την γεύση του καπνού
ντυμένη στάχτη
και τυλίγει εκπνέοντας
με το ψύχος της αδράνειας
κάθε στάση του λεπτοδείκτη.
Στοπ. Στοπ. Στοπ.
Σκοντάφτω
σέρνοντας με θέρμη το πέπλο της φθοράς.
Είτε ψηφιακό, είτε αναλογικό,
τετελεσμένων αδιάφορο.
Στοπ!
Είναι
σιωπή παρά δέκα.

2-8-2016

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε