Ξέρω ένα μαγαζί
-ξεχασμένο σπουργίτι-
με ένα συκώτι που τρώει
αποκόμματα εφημερίδας
και σιωπές να χωράνε μέσα στην πέτρα
που πετάει πάνω από τα κεφάλια μας.
Ξέρω ένα σπίτι
-λαβωμένο λαγό-
με ένα χέρι που χορεύει
ληγμένες περιστάσεις
και αναμνήσεις να ξεχνιούνται στο δευτερόλεπτο
που περνάει ξυστά από τις υπάρξεις μας.
Ξέρω ένα γραφείο
-σκουριασμένο ελέφαντα-
με ένα πόδι που φτύνει
ξύλινα τηλεκοντρόλ
και ηδονές να κολυμπούν στο ψυγείο
που σέρνουμε για καρδιά.
Ξέρω ένα συνεργείο
-μεθυσμένο ελάφι-
με ένα μάτι που ξύνει
χάρτινα καλώδια
και καλοριφέρ να παίζουν τάβλι στο ξημέρωμα
που χτυπά την διάφανη πόρτα .

Advertisements
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Βγάζω το ρολόι πριν γράψω.
Ένα ξεχασμένο φουρφούρι
περιμένει τον αέρα
που χτυπά μια πόρτα δίχως κούφωμα
και αυτός έρχεται πάντα σαν ξένος
που όλο ζητάει
τη λογική μέσα από το παράλογο.
Μια ξεχασμένη καρδιά
περιμένει τον έρωτα
που χτυπά ένα σώμα δίχως αίμα
και αυτός έρχεται πάντα σαν μεθυσμένος
που όλο βγάζει
τα παπούτσια έξω από το σπίτι
Να δεις που μέχρι και τα λιοντάρια
θα ξυρίσουν τις χαίτες τους
και θα παρατήσουνε το στέμμα.
Να δεις που μέχρι και οι αετοί
θα ξεπουπουλιαστούν
και θα παρατήσουν τις κορφές.
Γιατί ο θάνατος πάντα
καρτερεί την πιο γλυκεία μελωδία
από το  ρολοί που είναι πάντα σιωπή ακριβώς.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Πόσα ποτέ χωράνε σε ένα πάντα ;
Όσα χέρια μουτζώνουν την κλεψύδρα
στο βάθος της σπηλιάς.
Το πουλί με το σκληρό ράμφος
πετάει κατά λάθος.

Πόση οδύνη χωράει στην ηδονή ;
Όσοι ναύτες πνιγήκαν στην στεριά
που πατάνε τα πόδια της.
Η κόρη με την πλούσια κώμη
δεν φάνηκε ακόμη.

Πόσα εγώ χωράνε σε ένα εμείς ;
Όσα λουλούδια φυτρώνουν την αυγή
και μαραίνονται το μεσημέρι.
Ο καθρέφτης με τα χρυσό γυαλί
καθρεφτίζει ένα γιατί.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Η μεθυσμένη γραφομηχανή του Μπουκοφσκι ρευόταν ανήκουστες βρισιές χαραγμένα πρόσωπα, δαγκωμένα στήθη και σπασμένες μπουκάλες σε ένα τόσο μελαγχολικό μεσημέρι. Εγώ προσπαθούσα να μαζέψω τα κομμάτια μου με το κουταλάκι του γλυκού, να τα βάλω στο πιάτο να ταΐσω την ανάγκη μου που θέριεψε και ζητούσε τα ρέστα. Στο ραδιόφωνο μια μεταλλική φωνή με υπενθύμιζε πως ο θάνατος κερνάει πάντα το τελευταίο τσιγάρο με ένα βρεγμένο σπίρτο. Καταραμένε αλήτη πως θα ανάψω απόρησα και κοίταξα τον ουρανό. Σίγουρα δεν θα πάω προς τα εκεί παρόλα αυτά με ηρεμούσε να βλέπω τα πουλιά να παίζουν ποδόσφαιρο στην γαλάζια απεραντοσύνη του και τα σύννεφα να παλεύουν λευκά και ανάλαφρα μεταξύ τους σχηματίζοντας σχήματα , εικόνες ακόμα και ιδέες. Μάλλον θα έπρεπε να αρπάξω τον ήλιο από τις ηλιαχτίδες του και να του πω πως αυτή η σιγουριά του φωτός του, αυτή του η απολυτότητα μπορούσε να με εκνευρίσει. Μα δεν το έκανα γιατί το κουταλάκι έσπασε και τα κομμάτια μου βρίσκονταν ακόμα χύμα πετάμενα μέσα στο σπίτι. Ένα χέρι στο συρτάρι, το άλλο στο ψυγείο, ένα πόδι στον φούρνο, το άλλο στον νεροχύτη και το κεφάλι κρεμασμένο στο πολύφωτο του σκοτεινού μου σαλονιού. Όσο για το σώμα, είπαμε το τάιζα στην ανάγκη που θέριεψε και ζητούσε τα ρέστα. Ξέρεις ο θάνατος μπορεί να κερνάει πάντα το τελευταίο τσιγάρο αλλά σκέφτομαι διάφορους τρόπους να το διασκεδάσω , ας πούμε να πάρω το βρεγμένο σπίρτο και να του το βάλω στη μύτη .Η να συνωμοτήσω με τον ήλιο και να λιώσει την κόσα του , ή να τον μεθύσω με νέφτι και ύστερα να τον βάλω φωτιά. Γιατί όχι τι θα πάθω στην τελική, μήπως θα πεθάνω ; Αλλά και αυτός θα με πεις την δουλεια του κάνει , και ίσως να είναι ο μόνος που την κάνει τόσο καλά. Κανέναν δεν ξεχνάει, όλους του εξυπηρετεί. Κακά τα ψέματα, το τέλος είναι αναγκαίο, δίχως την λύτρωση του τέλους και την έξαψη της αρχής το μεσοδιάστημα δεν θα είχε νόημα νομίζω. Δεν ξερω βέβαια αν η μέχρι τώρα ζωή σου έχει νόημα αλλά να ξέρεις εγώ θα τα μαζέψω τα κομμάτια μου και θα τα κολλήσω με κόλλα δυνατή και ύστερα να βρω τον ήλιο το βράδυ που σχολάει και θα πάμε για μπύρες. Και θα του πω και αυτού να ξέρει πως ο θάνατος κερνάει πάντα το τελευταίο τσιγάρο με ένα βρεγμένο σπίρτο. Ύστερα θα του πω την ιστορία για το πώς ο Μπουκόφσκι έκαψε τα γένια του όταν πήγε να ανάψει μεθυσμένος ένα τσιγάρο και ούρλιαζε σαν το σκυλί. Ναι είμαι σίγουρος πως θα γελάσει.

Posted in Πεζά | Σχολιάστε

Η θύμηση σου
σκίουρος χωρίς καρύδι,
μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ,
ήλιος χωρίς φως.
Η θύμηση σου
παραμύθι χωρίς τέλος,
αφού ζεις και σε ποθώ περισσότερο
και από ληγμένο ναρκωτικό .
Σε ποθώ περισσότερο από τα άστρα
που οδηγούν σε αυτήν την κατηφόρα .
[Δεν ξέρω πως γράφω κάποιος
να με κόψει την φόρα .]
Σαν γέλιο μικρού παιδιού
ήρθα στην αγκάλη σου,
να ξυπνήσω ένστικτα κρυμμένα
και ύστερα αφού περάσει η βραδιά,
να πεις πως όλα είναι ξεχασμένα .
Έτσι σαν ξένος τριγυρνώ
με ένα σκουριασμένο μαχαίρι
στο τρεμάμενο μου χέρι
και ξέρω αφού δεν έχω εχθρό
παρα μονάχα τον εαυτό μου
κερνάω νύστα να γλυτώσω
από το πολυπόθητο κακό μου.
Εσύ με ένα πορφυρό καλοκαίρι στα στήθη
και εγώ με ένα μπλε χειμώνα στα δόντια
να δούμε ποιου η νοσταλγία
νικάει τα λόγια.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Ένα παράπονο χτυπά την πόρτα μου,
πολιορκητικός κριός.
Όσο σε ψάχνω στεγνός μέσα
σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα
ένας κόκορας γαβγίζει
στην λήθη που φάλαινα
πάει να τον καταπιεί
σαν πύρινη λαίλαπα
και εγώ με ομπρέλα
παριστάνω τον τουρίστα.
Ξέρω πως τα παράπονα είναι κρυφοί καρποί
στον κήπο των ανθρώπων.
-Δεν τους μάζεψα ποτέ-
Ένα γιατί χτυπά την πόρτα μου,
χαυλιόδοντες ελέφαντα.
Όσο σε ψάχνω μουσκεμένος πάνω
σε μια ανεμοδαρμένη κορυφή
ένα σκουμπρί νιαουρίζει
στην σκληρότητα που βράχος
πάει να το πλακώσει
σαν λευκό πέπλο
και εγώ με πιρούνι
παριστάνω τον πεινασμένο.
Ξερω πως η απαντηση είναι σκισμένες σελίδες
στο τριτο συρταρι.
-Δεν τις διάβασα ποτέ-
Μονάχα με δυο μάτια ποντικού
που γρατζουνάνε σαν ξυράφι
τρομάζω το θηρίο μην με κυριεύσει,
σκοντάφτοντας στις χορδές
μιας ξεκούρδιστης λύρας
που οι μελωδίες της υμνούν
τον χαμό του δωματίου μου.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Εκει που η ψυχή σου
γίνεται άνθος σε λιβάδι ανθόσπαρτο,
εκεί σε περιμένω.
Με καρδιά πολύχρωμη πεταλούδα
θα κλέψω λίγη γύρη από το άνθος σου.

Εκεί που η χροιά σου
γίνεται διάδρομος σε αεροδρόμιο ερειπωμένο,
εκεί σε περιμένω.
Με καρδιά σκουριασμένο αεροπλάνο
θα προσγειωθώ με νοσταλγία πάνω σου.

Εκεί που τα μάτια σου
γίνονται μικρές φλογίτσες σε κορυφή ξεχασμένη,
εκεί σε περιμένω.
Με καρδιά λαχανιασμένος σκύλος
θα νιώσω λίγη θαλπωρή από τις φλογίτσες σου.

Εκεί που τα πόδια σου
γίνονται ώριμα ζαχαροκάλαμα σε φυτείες απέραντες,
εκεί σε περιμένω.
Με καρδιά εργάτης γης
θα τα θερίσω και θα γευτώ την γλύκα τους .

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε