Ένα πολύλογο μολύβι
ηδονίζεται όταν γράφει
την λευκή σελίδα.

Μια σκληρή σβήστρα
ηδονίζεται όταν σβήνει
την μαύρη σελίδα.

Μια νύχτα που το φως του φεγγαριού
περνούσε τις γρίλιες του παντζουριού,
ο ψεύτικος ποιητής ξεκίνησε μια βόλτα
στην πίσω αυλή του πέτρινου σπιτιού.

Εκεί ανάμεσα στο βαθύ πηγάδι
και την φουντωμένη πορτοκαλιά
έγινε μάρτυρας της αναμέτρησης των δυο ηδονών.
Ταράχτηκε και αρπάζοντας τον αναπτήρα
από την σιωπηλή του τσέπη
έκαψε την σελίδα.

Μέχρι το ψηλό βουνό ακούστηκε η φωνή του,
η φωνή του ψεύτικου ποιητή,
η φωνή της ταραγμένης χήνας.
Τους είπε πως ήταν εργαλεία στην δικιά του ηδονή.
Υστέρα αυτά, σκεπτόμενα πως είναι πράγματα,
άφησαν κάτω τα όπλα και ήρθαν στην αγκαλιά του,
στην αγκαλιά του ψεύτικου ποιητή,
στην αγκαλιά της αραχνιασμένης σαρκοφάγου.

Για να τιμωρήσει την αυθάδεια τους
που πράγματα κουβαλούν εγωισμό,
κρέμασε τη σβήστρα στην φουντωμένη πορτοκαλιά
και έπνιξε το μολύβι στο βαθύ πηγάδι.

Τις νύχτες που το φως του φεγγαριού
περνάει τις γρίλιες του παντζουριού
σκοντάφτει σε σκισμενες σελιδες
ο ψεύτικος ποιητής,
σκοντάφτει σε ματωμένα χρόνια
το κούφιο άγαλμα,
μα τα αγνοεί.
Μπορεί να μην είναι πια ποιητής
μα παραμένει εγωιστής.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s