Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά.
Το φεγγάρι έχει βρει τη θέση του στο ποτήρι μου
που όλο αδειάζει και όλο γεμίζει.
Ας ήτανε τα λερωμένα χέρια μου
από τις πολλές βρώμικες χειραψίες
να κοβότανε και να έπινα
από ένα μικρό πράσινο καλαμάκι.
Ξέρεις η νύχτα ξεδιπλώνει τα μυστικά της
και εγώ πάντα σέρνω το κουφάρι μου
να ακολουθήσει τον μυστικό χορό της αποσύνθεσης.
Δεν τον φοβάμαι τον θάνατο
και τον φλερτάρω καθημερινά
σαν θυμάμαι τα μάτια σου.
Ένας γκρεμός απόκρημνος ,
ένα δέντρο χωρίς ρίζες,
ένα παιδί χωρίς χέρια
που παίζει ζάρια.
Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά
και ξέχνα όσα σε έγραψα
νύχτες σαν και αυτή.
Γιατί έτσι προσεγγίζεις την δημιουργία,
γυμνός και ξένος στην αρχή
και έπειτα σαν να κάθεσαι σε τραπέζι
φιλικό με τσίπουρα, μπουζούκια
και μαχαίρια.
Όχι μην φοβάσαι.
Απόψε δεν υπάρχουνε εχθροί,
δεν είμαστε μέλισσες που γνώρισαν
τον μοναδικό εχθρό
και ξεψυχούν πάνω στα φύλλα της ακακίας
δεν είμαστε εργάτες στην τελική
γιατί η ποίηση ,
ή τέλος πάντων αυτό που ευαγγελίζεται
είναι ο χειμαρρώδης και πλούσιος
-μέσα από την λιτότητα του –
λόγος.
Ο λόγος μόνος του.
τρεις μπύρες τον φλερτάρουν
και αυτός πάει στη γράπα.
Σε χρωστάω ένα ποίημα από τα παλιά
μα είμαι τόσο χαζός που κρύβω
πίσω από τους στίχους μου
πολυπόθητα και ανένδοτα φιλιά.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s