Αυτά τα στόματα ξέρουν μονάχα
από ψιθύρους κουτσομπολιού.
Που και που φτύνουν κόκκαλα και γελούν.
Τρέμω το γυάλινο μάτι σαν με κοιτά
και γύρω απλώνεται ένας πελώριος κόκκινος φράχτης
από φαγωμένα δάχτυλα.
Περνούν οι περαστικοί και αφήνουν λουλούδια.
Περνάς και εσύ και αφήνεις κραυγές.
Κράξε καλή μου , ούρλιαξε
μέχρι να φτύσεις τα μαύρα
από τα αλλεπάλληλα τσιγάρα πνευμόνια σου.
Αλλοίμονο εδώ η αγωνία δεν είναι στίχος.
Δεν είναι τίτλος σε βιβλίο ψυχολογίας.
Είναι η ουσία αυτού του ποιήματος.
Ασθμαίνω.
Γύρω απλώνεται ένας πελώριος κόκκινος φράχτης
από μασημένα δάχτυλα.
Περνούν περαστικοί και αφήνουν
σκουριασμένες άγκυρες.
Περνάς και εσύ και αφήνεις αναπτήρες
να συνεχίσω το μαύρισμα των πνευμόνων μου,
να  αρπάξω ολόκληρος φωτιά
και να γκρεμίσω το γυάλινο μάτι.
Το ξέρεις άλλωστε πως σιωπηλοί
θα γκρεμίσουμε τούτο τον κόσμο και χορεύοντας,
πάντα χορεύοντας
γιατί τότε κοιτιόμαστε στα μάτια τα αληθινά
και σκάβει στα πρόσωπα το διαμαντένιο δάκρυ.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s