Στην κορφή επάνω καθόμουνα
με θέα το ποτάμι.
Χέρια μεγάλα με πινέλα
ζωγράφιζαν τα σύννεφα πορτοκαλί.
«Νερό που ρέεις και ατέρμονα ταξιδεύεις ,
είπα,
πάρε ορμή ,
χείμαρρος να γίνεις
να δω την δύναμη σου
να τρομάζει το κοπάδι που βοσκάει.»
Χέρια μεγάλα με μπουζούκια και σάζια
τεράστια παίζαν μουσική.
Στην κορφή επάνω καθόμουνα
και το κοπάδι ατρόμητο
συνέχιζε την βοσκή του .
Τότε ακούστηκε ο ποταμός
και με λέει
«Ανόητε βλάκα που ζητάς
να τρομάξω τα ήρεμα ζώα
για το κέφι σου , θα δεις
πόση πλάκα έχει όταν
παίξουμε με την ζωή σου.
Έγινα φίλος με νυφίτσες
που είχαν μοικανες και σκουλαρίκια
και γάτες με ατσάλινα νύχια
σε ένα κάτεργο εγκατεστημένο
σε έναν παγωμένο μετεωρίτη
και εμεινα για 10 μέρες
Όταν ξαφνικά μέσα στην νύχτα
χέρια μεγάλα σπάζοντας
τους πάγους με αξίνες
με πήραν και με παράτησαν στην κορφή.
Δεν προκαλώ ξανά ποταμό όταν τους περνώ
όσο χέρια μεγάλα με μπουζούκια και σάζια
τεράστια παίζουν μουσική.

Advertisements
This entry was posted in Κολλάζ, Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s