Να δεις φίλε που βιαστήκαμε.
Με τα ποτήρια αδειανά
να παίζουν την μοναξιά στα ζάρια.
Να δεις φίλε που ξεχάσαμε
πως ο ήλιος βγαίνει πάντα το πρωί
και στο σκοτάδι τόσες και τόσες
ψιθυρίσαμε συμφορές.
Ήθελα να ξέρα μονάχα
τι γοητεία μας κέρδισε
στο κενό του φωταγωγού.
Ξέρεις δεν είμαστε μόνοι
εδώ και ώρα μια μύγα επιμένει
να χτυπά στο τζάμι
νομίζοντας πως θα δραπετεύσει
από το ψυχρό λευκό δωμάτιο.
Θα ήθελα να ήξερα μονάχα
πόσα πρωινά ακόμη μένουν
πριν το μεγάλο σάλτο.

Να παίρνεις φόρα φίλε
να λες «είμαι δυνατός
τώρα ας τα γκρεμίσω»
και ύστερα με γέλιο κοφτερό
σαν ατσάλι γανωμένο
από τα χέρια σιδερά
να σχίζεις και να σχίζεις
όλα τα σάπια τους πανιά
που ούτε τον κώλο σου
δεν είναι να σκουπίσεις .
Να δεις φίλε που βιαστήκαμε
και εχει ακόμα πολλά ποτήρια
μέχρι να ξημερώσει.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s