Αγκαλιά μες την κοιλιά της στείρας νύχτας
τυλιγμένος ψιθύρους που πλέκουν
τον φόβο πανωφόρι.
Φαγούρα.
Την μέρα αρουραίοι ξυρίζουν μοϊκάνες
συλλέγουν δάκρυα σε τενεκέδες ανοξείδωτους.
Ο χειμώνας δεν είναι εποχή,
στων υπογείων τα κοινά σκοτάδια
είναι κατάσταση.
Κάτι που δένει και λύνει τα σκουριασμένα μάτια
που σκάβουν χειμάρρους στα πρόσωπα.
Φαγούρα.
Την νύχτα κερνάς μυρμήγκια
που περπατούν γλείφοντας το τρέμουλο στο χέρι
και αφήνει την λέξη μισή.
Το όνειρο που ξέχασες και ο στίχους που αργεί.

10-8-2016

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s