Δεν μιλάει, χαϊδεύει τα μαλλιά της και κοιτάει από το παράθυρο. Καπνίζω. Που και που γυρνάει το κεφάλι με κοιτάει , άγριο βλέμμα πύρινο, λέει θα φύγω. Γελάω, το τσιγάρο σβήνει. Χαζεύω τα πόδια της όσο βηματίζει χαζεύω.
-Ωραίος κώλος.
-Δεν θα αλλάξεις ποτέ.
-το ίδιο ελπίζω και για τον κώλο σου.
Σίγουρα θα ξέρεις, αυτό το κοίταγμα, έχει πάρει πολύ κόσμο στο λαιμό του , αν έχει λαιμό, αυτό το κοίταγμα το ούτε-για-φτύσιμο-δεν-είσαι-παλιομαλάκα. ε αυτό. Γελάω, το τσιγάρο ανάβει. ο κώλος της με ανάβει , ανάβω-ωχ μανάρι μου !
Ντύνεται, τα μαλλιά της πέφτουν στο πάτωμα. Χάνεται, τα ρούχα πέφτουν στο πάτωμα.
Η μοναξιά φεύγει, δεν έχω αναπτήρα, όχι ευχαριστώ δεν τον χρειάζομαι, η μοναξιά με ανάβει.
Πήρα προχθές ένα ταξί , γυρνάει ο ταρίφας ρωτάει για που
στον δρόμο της φωτιάς, του λέω.
-Μα , αυτό δεν είναι οδός.
-σπίρτο είσαι.

31-3-2016

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s