Ένα στήθος ποτίζει της γης τη λειψυδρία
και μια μαχαίρα λερώνει τα κουρέλια.
Μέχρι η σιωπή να σκορπίσει πόνο ,
και θερίσει το κενό
όποιο ταξίμι πονά για το μεράκι αυτό
να σκαλιστεί στο στήθος σου σαν μνήμα.
Με τον σερέτη χρόνο άτιμε,
δεν περνάνε νταραβέρια.
Όσα νταϊλίκια και αν εξηγάς το θάνατο.
Δεν τα νικά η μαχαίρα.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s