Σηκώθηκε , πέταξε την καρέκλα και άρχισε να ψιθυρίζει κάτι παραπατώντας. Ούτε που σάλεψα. Απλώς τον κοιτούσα. Γυρνάει οργισμένος και φτύνοντας ουρλιάζει. «Μην με κοιτάς, θα σε σαπίσω ρε κωλόπαιδο». Επέμενα να τον κοιτάζω ατάραχος και έβρεξα λίγο τα χείλη μου από το ποτήρι του, βρομούσε τσιγαρίλα και πρέπει να είχε λίγη στάχτη μέσα. Περιφερόταν γύρω από το τραπέζι τραβώντας τα μαλλιά του. «Δεν θέλω ρε , θα τα κάψω όλα και τα γραφτά σου και σένα μαζί» . «Το ξέρω του είπα , δεν το κάνω για σένα. Κάθε που πεθαίνεις στο τραπέζι μας ανασταίνομαι εγώ.»
Βγήκε έξω τρέχοντας , άρπαξα το σακάκι του ,έβαλα το καπέλο μου και βγήκα και εγώ. Ξημέρωνε. Χάθηκε σε κάτι στενά αλλά δεν είχα κουράγιο να τρέξω. Παραπατούσα και σε κάποια στιγμή σκόνταψα σκίζοντας το σακάκι του. Σταμάτησα και άρχισα να γελάω δυνατά. Ξαφνικά άκουσα ένα πυροβολισμό. Συνήλθα αμέσως , έτρεξα καμιά πενηνταριά μέτρα και τον είδα ξαπλωμένο. Ποτέ του δεν ήταν πιο άσχημος. Μπάσταρδε εγωιστή , σκέφτηκα , πάλι μόνο μου με αφήνεις. Έκλεισα τα μάτια του , σκούπισα λίγο το ραγισμένο του κρανίο και τον σκέπασα με το σκισμένο του σακάκι. Πήρα το όπλο για ενθύμιο και έκανα να γυρίσω, είχε ξημερώσει για τα καλά «που να ξέχασα το σημειωματάριο μου ;»

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s