Είναι στιγμές που η φωτιά δεν σε τρομάζει πια ,
ούτε ο κρύος θάνατος που χτυπάει δυνατά την πόρτα.
Να το δεις πως ύστερα βαριέται ,
αρπάζει την σκοτεινή του κάπα
και πάει αλλού να θερίσει πτώματα.
Ένας ποιητής τον σταματά στον δρόμο
τον ρωτά γιατί το κορίτσι χτενίζει ακόμα τα μαλλιά της
όταν όλες οι τρίχες της μουχλιάζουνε στο πάτωμα .
Μόνο ένα γέλιο ακούγεται κάτω από την κουκούλα.
Οι νύμφες ξελόγιασαν τον χειμώνα και
και τώρα φυτρώνει στις καρδιές των ανθρώπων.
Κρύο κρύο τσουχτερό !
Μάταια τρέχεις να κρυφτείς στην άδεια μου αγκαλιά
Μάταια τρέχεις.
Είναι που η αναμονή κερνάει τις νύχτες το πιο βαρύ ποτό
και φλέγονται όλο παράπονο τα στήθη.
Προσπαθώ να σπάσω την χτένα σου ,
μήπως ανοίξεις τα μάτια σου μια στιγμή.
Μάταια όμως,
ο θάνατος γελάει πιο δυνατά .
-το πιο μισητό χαχανητό –
και εγώ με το μολύβι να σημαδεύω
Το αύριο που στεγνώνει στα χαρτιά
και το τώρα ανθίζει .
Είναι στιγμές που η φωτιά δεν σε τρομάζει πια
ούτε η ανθοδέσμη έτσι οπως μαραίνεται στο σπασμένο βάζο
θραύση στην θραύση γκρεμίζεται ο φόβος
και όλο με στίχους απειλώ που δεν ξυπνά ο κόσμος .

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s