Μια νύχτα θα σε πω για εμάς
που την αστραπή ακολουθήσαμε σκυφτοί
στην λευκή της ευθύτητα.
Που συναντήσαμε το πτώμα κατάματα
και είπαμε
γιατί να μην είμαι εγώ.
Μια νύχτα , που συνωμότης
στο χάος της τσέπης μας
θα ματώνει τα παγωμένα μας δάχτυλα.
Ανάμεσα σε φωτιές που θεριεύει
ο σύντροφος άνεμος
με τον χρόνο τσίχλα
στα σαγόνια μικρού παιδιού.
Έτσι θα βαδίζουμε όπως κάθε τι
που οξειδώνεται χορεύοντας
στον ρυθμό της ανάλωσης.
Εμείς οι φθαρμένοι συνωμότες του χάους
εμείς που χάνουμε για πλάκα
χαζεύοντας την
καθισμένη σταυροπόδι
πιο λιτή από το σμήνος που κατευθύνεται δυτικά,
εμείς που ξεμείναμε ξεβρασμένοι
στης αδράνειας την λήθη
που απλώνει το σκοτεινό της πέπλο.
Μα δεν είναι ο κρότος που τρομάζει
όσο οι κραυγές που πνίγηκαν.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s