Στα στομάχια μουλιάζουν οι δρόμοι
με τις μπουκάλες αδειανές
και τα σκονισμένα χείλη.
πέρα από αυτά
πέρα από το γάβγισμα του σκύλου
και τον θρηνητικό τριγμό της αλυσίδας.
Νέοι δρόμοι ανοίγονται προς τα χωράφια
Φυτρώνουν πρόσωπα
φυτρώνουν γόπες
ευχές.
Οτι γλυτώνει τον θερισμό
μαραίνεται
όπως η καρδιά μου,
τώρα την έχω στο καινούργιο πακέτο
και λίγο λίγο θα την αδειάσω
στάχτη βουνό αγέρωχο .
Τι να πεις;
Στις ντουλάπες κρεμασμένες Κυριακές
και τις Δευτέρες ο φούρνος της Πλαθ
τις σερβίρει καμένες.
Αυτά τα κουφάρια
ω διάολε είναι ρομπότ
χρωστάνε φιλιά
και ο θεός τους νεκρός
να μην κερνάει γουλιά.
Τι να πεις ;

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s