Καταπίνοντας ορμές
και θερίζοντας πνιγμένα ουρλιαχτά βαδίζουμε
τη μέρα, που με βελόνα και κλωστή
μπαλώνει τις σκισμένες μας μάσκες.
Τη νύχτα , ένα απέραντο σερβίτσιο ποτηριών
κερασμένα όλα στην έμπνευση
που αλλάζει  σταυροπόδι
και εμείς  να κλέβουμε δισταχτικά
γεμάτοι όρεξη  να πλάσουμε την θλίψη
τσαλακώνοντας χαρτιά.
Το σκοτάδι δεν έχει ώρα ,
στο ψυγείο των πτωμάτων
διανυκτερεύει πουλώντας σπίρτα στίχους.
Μια φορά καίγεσαι
και  δεκατρείς φορές γελιέσαι.

Advertisements
This entry was posted in Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s