Μην με μιλάς με στίχους είπες.
Και εγώ φόρτωσα
σιωπή σαν κάρβουνο στην πλάτη,
καμπουριασμένος
έκανα να φύγω.

Μην με μιλάς με νότες είπες.
Και εγώ άρπαξα
σπασμένα γυαλιά στην αγκαλιά
ψάχνοντας ακακία να με τυλίξει.

[Δεν μοιάζω με τριανταφυλλιά
Τα άνθη μου περισσότερο
πύον παρά γύρη έχουν
και αντί για πορφυρά φύλλα
σελίδες καταραμένης ποίησης έχουν.]

Μην με μιλάς, πράξε είπες.
Παράξενος στην όψη,
ανήμπορος στο στερέωμα
και ξοδεμένος από την νύχτα
σε κοιτώ γελώντας ντροπαλά.

Δεν το ήξερες για το συνάφι μου
ότι κρύβουμε δείχνοντας ;

ο πίνακας είναι του Salvador Dali. τίτλος : Madrid. Drunk Man 1922

Advertisements
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Ένας απένταρος μπλε ελέφαντας
μπαίνει σε ένα πολυκατάστημα.
Η πείνα του είναι μεγαλύτερη από την σαβάνα.
Κοιτάει το ράφι με τα φιστίκια
μα το τεράστιο κόκκινο μυρμήγκι
δεν τον αφήνει να πάρει.
Ο απένταρος μπλε ελέφαντας
υποφέρει βλέποντας να απέχουν
τα φιστίκια μόλις μισό μέτρο
από την προβοσκίδα του
και το τεράστιο κόκκινο μυρμήγκι
να μην τον αφήνει να πάρει.

Τότε [σαν από μηχανής θεός]
δέκα κουκουλοφόροι τζίτζικες
μπαίνουν στο πολυκατάστημα.
Πετάνε χαρτιά που λένε:
«ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΑΛΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ!»
και αρπάζουν ότι βρουν.
έξαλλο το τεράστιο κόκκινο μυρμήγκι
πατάει τον συναγερμό.
Ο απένταρος μπλε ελέφαντας
εξακολουθεί να κοιτάει τα φιστίκια
αδιαφορώντας για τον σαματά.
Περνάει τότε ένας τζίτζικας
και του τα βάζει στην προβοσκίδα.
-Πάρ’ τα και τρέχα ! του λέει.

Μέχρι να έρθουν τα αστυνομικά σκαθάρια
Ο απένταρος μπλε ελέφαντας
κάθεται τώρα στο παγκάκι
και μασάει φιστικάκι.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Στην σκιά του μπουκαλιού σε γνώρισα
στην τελευταία τζούρα φεύγεις
με ένα μειδίαμα που με πληγώνει.
Χαμογελάς στον πηγαιμό
και δεν κοιτάς πίσω.
Εδώ επαναλαμβάνεται η ποσοστιαία φθορά
που τόσο λάτρεψα.
«Έγινες το ίδιο ξανά ;»
Γελάει ο χρόνος συνειδητοποιώντας
την ανυπαρξία του.
Πονοκεφαλιασμένος
από τα σκουριασμένα γρανάζια.
Να εδώ και τώρα
κλωτσάω το 2019
και λέω ότι
θα πάρω την βασιλόπιτα και το φλουρί της
να το πετάξω στην πιο βαθιά χαράδρα.
Να μην κερδίσει κανείς!
Χαμένοι όλοι να πλέουμε
στην τρικυμισμένη θάλασσα των χειλιών σου!
Ναυαγός για μήνες κατάλαβα πως
η καρδιά χρόνο θέλει και μόνο αγάπη δέχεται.
Όσο το μυαλό
-αυτή η αιώνια πάλη-
τα τερτίπια μέχρι να γίνουν παιχνίδια
καταδέχεται.
Στην σκιά του μπουκαλιού σε γνώρισα
στην τελευταία τζούρα φεύγεις
ποια κατάρα σε αγκάλιασε και μας την σέρνεις ;

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε
Γράμματα θολά οι σκέψεις μου.
Σαν κοφτερός χείμαρρος
που χαράζει την άγονη πεδιάδα.
Μυαλό με 4 τοίχους + 1 δάπεδο +1 ταβάνι = κλουβί .
 
Μια γάτα εξουθενωμένη
από το κυνήγι των μαγισσών,
αγναντεύει μια κόκκινη θάλασσα,
[εννοείται πως δεν θα βουτήξει.]
Νυχτερινό καράβι με σπασμένη προπέλα
φιλιέται με ένα βράχο
[εννοείται πως θα ναυαγήσει]
και η γάτα να αγναντεύει την κόκκινη θάλασσα.
Ένας λαγός ενθουσιασμένος
κόβει τα πόδια του για γούρι
και τα παίζει στα ζαριά.
Υστέρα χρεωμένος και κουτσός
βουτά και αυτός στην κόκκινη θάλασσα.
Η γάτα τον αγναντεύει.
 
Όσο για εμάς
στο μικρό κλουβί μας.
Γυμνό κορμί παρατημένο παιχνίδι
σαν την σκακιέρα στο ξύλινο τραπέζι.
Χάρισες τα χείλη σου στον ήλιο
και εμείς εδώ οι απλοί άνθρωποι
τα λαχταράμε να φωτίσουν τα δικά μας.
και εμείς εδώ οι απλοί άνθρωποι
τα λαχταράμε πριν το φως της μέρας
μας δείξει ποια είσαι.
Η φωτογραφία ειναι του Μαν Ρευ

τίτλος :

Observatory Time: The Lovers


Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Είχα κουραστεί από την βουή της πόλης, που σαν μέγγενη πίεζε την ψυχή μου. Σαν ξένος περιφερόμουν ανάμεσα σε διάφανους ανθρώπους που στα χέρια τους κρατούσαν μισοτελειωμένους καφέδες και ένα αβάσταχτο βάρος μιας ακαθόριστης αγωνίας. Στην πλάτη μου είχα τον τζουρά αλλά κανένα μέρος δεν με φαινόταν οικείο έτσι ώστε να αράξω και να ασκήσω την τέχνη μου. Συνέχισα το περπάτημα μέσα στην τσιμεντένια ζούγκλα, πέρασα ανάμεσα σε άγριους ταξιτζήδες, περίεργους θαμώνες καφενείων, κουτσομπόλες νοικοκυρές και ευυπόληπτους πολίτες που ποτέ δεν έμαθαν να γελάνε προφέροντας την λέξη καλημέρα. Πνιγόμουν. Συνέχισα το περπάτημα μέχρι που χαμένος και φοβισμένος συνάντησα τον Μήτσο. Ο Μήτσος ήταν ένας φίλος που ποτέ δεν είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνο ή κάποιο άλλο μέσο επικοινωνίας, βρισκόμασταν πάντα στον δρόμο όταν ο καθένας έκανε την βόλτα του.
-Που πας με λέει σαν χαμένος ;
-Στο βουνό του απαντάω.
-Έχεις στην πλάτη το όργανο βλέπω.
-Έχω και ένα μπουκαλάκι τσίπουρο.
-Περίμενε εδώ έρχομαι σε πέντε λεπτά.
Έκατσα να περιμένω , έστριψα ένα τσιγάρο, έκλεισα τα μάτια μου και φανταζόμουν το δάσος που με περίμενε. Δεν άργησε και όταν εμφανίστηκε είχε στα χέρια του το λαούτο του.
-Πάμε να φύγουμε με λέει.
Περπατούσαμε για ώρα, μέχρι που αφήσαμε την πόλη πίσω μας παίρνοντας την ανηφόρα προς το βουνό.
-Ξέρεις με λέει τώρα νιώθω την ανάσα σου πιο ήρεμη.
Γέλασα καταφατικά.
-Νιώθω ανάμεσα στο πλήθος ένας εθελούσιος σκλάβος. Και δεν την μπορώ την σκλαβιά. Αγριεύω στην ιδέα.
-Είναι σκλάβοι γιατί έχουν ανάγκες που άλλοι τις ικανοποιούν. Η ανάγκη σε δεσμεύει.
-Ο Επίκουρος έλεγε ότι ο καρπός της αυτάρκειας είναι η ελευθερία.
Ο Μήτσος γέλασε πονηρά με κοίταξε στα μάτια και είπε
-Μαθαίνεις μικρέ.
Και όντως μάθαινα, ποτέ δεν θυμάμαι να έχω βρεθεί μαζί του σε κάποιο καφέ ή ταβέρνα. Μια φορά πήγαμε σε ένα τσιπουράδικο για να παίξουμε, παίζαμε μέχρι που μεθύσαμε και δεν μπορούσαμε να δούμε τα τάστα και αυτό ήταν. Κάθε φορά μας θυμάμαι να βρισκόμαστε στην γαλήνια απλότητα της φύσης.
Είμασταν πλέον μέσα στο δάσος. Ο ήλιος μας χτυπούσε γλυκά στο μέτωπο και τα φύλλα θρόιζαν σαν να χόρευαν από χαρά που βλέπανε ανθρώπους με όργανα. Πιο πέρα είχε μερικές συκιές φουντωμένες και φορτωμένες, σταματήσαμε και αρχίσαμε να τρώμε. Έπειτα συνεχίσαμε την πορεία μας, μέχρι που φτάσαμε σε ένα φαράγγι. Κάτσαμε στην μια πλευρά, κάτω από την σκιά των δέντρων. Ακούγαμε τον ήχο του ορμητικού νερού που έγλυφε την γη και είχε δημιουργήσει το φαράγγι.
-Εδώ είμαστε λέει . Βγάλε το όργανο.
Εβγαλα τον τζουρά και αυτός το λαούτο, ήπιαμε και από μια γουλιά τσίπουρο και αρχίσαμε. Ο Ήλιος ήταν από πάνω μας. Παίζαμε για ώρα, ανταλλάσσοντας τα όργανα και δείχνοντας ο ένας στον άλλο τα μυστικά του λαούτου και του τζουρά. Διάφορα ζώα πέρασαν και μας κοιτούσαν απορημένα και εμείς γελούσαμε. Σε κάποια φάση σαν να χάθηκα μέσα στον ίστρο της μουσικής και μια λάμψη μας έκλεισε τα μάτια.
-Κοίτα με λέει !
Και τι να δω ; Κάτω στο ποτάμι 9 γυναίκες χόρευαν στο ρυθμό μας. Χαρούμενες , πετούσαν νερό η μια στην άλλη και το γέλιο τους αντηχούσε σε όλο το φαράγγι. Συνέχισα να παίζω με μεγαλύτερο πάθος μέχρι που χάθηκαν.
– Ξέρεις τι είδαμε μόλις τώρα; Με ρώτησε ο Μήτσος.
-Τι ;
-Τις μούσες με λέει.
Έμεινα απορημένος και με έναν ασυγκράτητο ενθουσιασμό συνέχισα να παίζω μουσική. Με ακολούθησε και ο Μήτσος στο λαούτο κρατώντας τις συγχορδίες. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό. Και δεν θυμάμαι πως μοιάζει πλέον η πόλη. Μένω στο βουνό και ψάχνω να τις βρω να τις ρωτήσω για την μουσική, την ποίηση, το δράμα και τα αστέρια. Όπου βρω ποτάμι, όπου βρω κορυφή, πάω και παίζω μουσική περιμένοντας να εμφανιστούν.

Posted in Πεζά | Σχολιάστε

Στα βάθη της ανατολής
ένας φτωχός ασίκης με το σάζι του
τριγυρίζει τραγουδώντας.
Δεν ξέρει να γράφει ούτε να διαβάζει.
Βλέπει μόνο κατάματα και τραγουδά.
Στα βάθη της ανατολής
ένας πλούσιος βεζίρης με το παλάτι του
κλεισμένος σκέφτεται.
Δεν ξέρει να ακούει ούτε να μιλά
Βλέπει μόνο σκλάβους και διατάζει.
Μια μέρα ο βεζίρης καθώς έκανε
την βόλτα του με το λευκό του άλογο
έπεσε και χτύπησε βαριά.
Από τον ίδιο δρόμο περνούσε και ο ασίκης.
-Σε διατάζω του λέει να με πάρεις στην πλάτη σου
και να με πας στο βασίλειό μου.
-Δεν μπορώ του λέει, έχω στην πλάτη κρεμασμένο
το σάζι μου.
-Και τι μπορείς να κάνεις ;
-Ξέρω να διώχνω τον πόνο.
Τότε ο ασίκης άρχισε να τραγουδά.

«Φτωχέ μου άνθρωπε μην προσπαθείς
από το τέλος να βρεις το νήμα της αρχής.
Φτωχέ μου άνθρωπε ξημέρωσε επι γης.
Άνοιξε τα φτερά σου και πέταξε
την καρδιά με τους ουρανούς ταίριαξε
Φτωχέ μου άνθρωπε μην πονάς
ακόμα και στον πόνο να γλεντάς.
Ψηλά το ποτήρι να υψώνεις
μην φοβηθείς τον μαύρο πόνο
αφού ζεις με αυτόν να τον ημερώνεις.»

Σαν να ξεβούλωσαν τα αυτιά του βεζίρη
και ο πόνος να απάλυνε λιγάκι.
ενθουσιασμένος του λέει :
-Λοιπόν ασίκη θα σε πάρω μαζί μου στο παλάτι.
Θα μάθεις στο χαρέμι να τραγουδούν
τόσο γλυκά όσο εσύ. Και εγώ θα σε χρυσώσω.
Ο ασίκης όμως αρνήθηκε και είπε.
-Εγώ τραγουδώ γιατί ο πόνος μου
είναι που δεν γεννήθηκα πουλί
στον αέρα ψηλά να πετώ.
Να μπω σε χρυσό κλουβί ;
Δεν θα το ανεχτώ.
Και συνέχισε την περιπλάνηση του
στα βάθη της ανατολής.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Γύρισες την πλάτη σου στην φωτιά
εσύ που ζεστασιά ζητούσες.
Κάρφωσες σε πάσσαλο καρδιά
που με πάθος καρτερούσες.
Δεν πειράζει, όχι δεν πειράζει.
Η ζωή με αστείο μοιάζει.
Δεν πειράζει, όχι δεν πειράζει.
Μην σε τρώει το μαράζι.

Νύχτα εσύ που μας προσέχεις
όλους εμάς τους μαύρους λύκους.
Ξέρω μες στην καρδιά σου έχεις
λίτρα κρασί και ψεύτες στίχους.
Ψιθύρισε τους να χαρείς
και κάνε να θολώσει το μάτι.
Ψιθύρισέ τους να χαρείς
και κάνε να συμβεί κάτι.

Κάτι σαν έκρηξη
Κάτι σαν πυροτέχνημα
Κάτι σαν κροτίδα
Καμία έκπληξη
Κανένα καλλιτέχνημα
να κάνω πως δεν είδα.

Κάνε να αργήσει το ψυχρό πρωί
και εγώ θα χορεύω να το τρομάξω
στους κύκλους θα ζαλιστώ, μπορεί
και ύστερα σαν λύκος θα ουρλιάξω.

ΑΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ
η ψυχή μου είναι αλλού
ΑΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ
Δεν θα χόρευα αν είχα νου.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε