Πλάσμα σκοτεινό που σε χαράζουν τα άστρα,
πες μου για πού τραβάς ;
Κανένας θεός δεν σε θέλησε
και κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές
της ανείπωτης νύχτας
λάμπεις όσο ποτέ άλλοτε.
Πλάσμα ξεχασμένο, με τα  κουρασμένα μάτια,
πες μου για πού τραβάς;
Κανείς την καρδιά σου δεν θέλησε
και εσύ την τάισες στα σκυλιά
για να γλυτώσεις το αέναο κυνήγι
Είσαι αγαπητό πλέον όσο κανείς.
Πλάσμα ξοδεμένο που σε πουλάνε για πλάκα,
μονάχα δυο ευρώ και ένα παράπονο για ρέστα
πες μου για πού τραβάς ;
Έτσι από πείσμα περιφέρεσαι
μίασμα να έχουν να δείχνουν οι δείκτες.
Τράβας για τον δρόμο αδιάβατο.
Για χάρτη έχεις την παλάμη
και για φυλαχτό τον χαμένο παλμό.
Πες μου για πού τραβάς;

Advertisements
Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Οι μέρες μου δίπλα σου συναγωνίζονται
την άσβεστη γενναιότητα του ναυαγού
κόντρα στο μεγάλο στόμα της θάλασσας.
Οι νύχτες σου δίπλα μου ακολουθούν
την ακαθόριστη πτήση της πυγολαμπίδας
που πετάει από το κοχύλι στην πέτρα.
Απόψε θα πιω την άβυσσο σου σε σφηνάκι,
ύστερα θα την ζωγραφίσω στην παλάμη σου
να έχεις να ξορκίζεις τις προσευχές των λιγόψυχων.
Οι σιωπές μου δίπλα σου αλαλάζουν
εκκωφαντικά σε ένα πλήθος με ωτοασπίδες
που καταναλώνουν φωτάκια και ζελατίνες.
Η φωνή σου δίπλα μου ντύνεται
τα πιο φθηνά στολίδια και ξυπόλητη
με προσεγγίζει χορεύοντας στην ωχρή άμμο.
Απόψε θα πιω τον χτύπο της καρδιά σου.
ύστερα θα τον συγχρονίσω με το άστρο που τρεμοπαίζει,
να έχεις κάτι και εσύ να λες πως είναι αιώνιο.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Στην κοιλάδα του θανάτου
εκεί που το ξυράφι φτερούγισε
ανάμεσα στα κρυστάλλινα δόντια,
δεν φυσά ο αέρας
γιατί τα πτώματα αφήνουν
στο γκισέ την στερνή ανάσα.

Στην κοιλάδα του θανάτου,
εκεί που η σήψη μπέρδεψε τα πόδια της
ερωτικά με την λήθη,
δεν φυτρώνουν σ αγαπώ
γιατί τα πτώματα αφήνουν
στο γκισέ τα συναισθήματα.

Στην κοιλάδα του θανάτου
μυρίζει πληγή στο γόνατο
και κοκκινόχωμα αγριωπό,
μονάχα κάτι τούφες τρίχες
επιμένουν κάτω από τον ήλιο
να μονολογούν:  δεν είμαι από εδώ!

Posted in Κολλάζ, Ποίηση | Σχολιάστε

Καλοκαιρινό

Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Είχε καταπιεί όλα τα φιλιά του κόσμου και οι χειμερινές αγωνίες, λιάζονταν στην άμμο περιμένοντας να στεγνώσουν με το φύσημα του αέρα. Ευτυχώς κανείς δεν παίζει ρακέτες σήμερα, είπες. Ευτυχώς τα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο και δεν λάμπεις τόσο όσο για να μπορώ να σε βλέπω, είπα.  Τα ψάρια διάβαζαν λογοτεχνία. Μα κανένα δεν προχωρούσε στην επόμενη σελίδα, βλέπεις κάθε φορά που τελείωναν την πρώτη παράγραφο την ξεχνούσαν και γυρνούσαν από την αρχή. Αιώνες τώρα η ίδια ιστορία. Ενώ τα κύματα έγλυφαν την ακτή ζητώντας την συνέχεια οι γλάροι αδιάφορα πετούσαν ανάμεσα στα σύννεφα δοκιμάζοντας ελεύθερες πτώσεις στο νερό. Ποτέ όμως δεν βουτούσαν σε αυτό, παρα μόνο περνούσαν ξυστά την θάλασσα σαν να τους απωθούσε η αλμύρα. Αλήθεια έχουν κάποιο προορισμό με ρώτησες; Πετάνε γιατί μπορούν, απάντησα και άνοιξα μια μπύρα. Ζήλεψες προσφέροντας το τσιγάρο σου για ανταλλαγή. Παράξενο πράγμα σκέφτηκα. Δεν έπαψα στιγμή να διψάω για την αλμύρα σου.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Πότε πότε βουτούσες μέσα και εγώ από έξω περίμενα κάθε φορά πότε θα βγεις να σε δω να γυαλίζεις και να στάζει το κορμί σου νερό. Κάθε φορά έβγαινες και με άλλο όνομα για να μπερδεύεις του εραστές και να συναντάς την μαγεία της πρώτης φοράς. Περίμενα κάθε φορά να στραγγίζεις το μαλλί σου πάνω στα πόδια μου που τα είχε ψήσει η άμμος και να γελάς σαν να άκουσες το πιο ξεκαρδιστικό αστείο. Κανένα παιχνίδι δεν σου μοιάζει. Γιατί στα συνηθισμένα παιχνίδια υπάρχει πάντα κάποιος νικητής. Εδώ με εσένα, πάντα έβγαινα χαμένος. Γλυκιά ήττα που έψηνε την γλώσσα και θύμιζε αλμύρα και κλαγγή σιδήρου.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Μια κιθάρα ακουγόταν από μακριά παίζοντας ανάλαφρες και δροσερές τις νότες σαν σφηνάκια παγωμένης τεκίλας. Οι τρομπέτες φυσούσαν με μανία μελωδίες αλλοπρόσαλλες κάνοντας μας να ξεγυμνωθούμε από την ντροπή και να χορεύουμε ανέμελοι . Τα φύκια μέσα στο νερό χορεύαν μαζί μας.  Στα βράχια της ακτής όμως ξεβράζονταν οι θλίψεις των ναυτικών που είχαν καιρό να πατήσουν το πόδι τους στην στεριά. Τις άρπαζαν στις δαγκάνες τους οι κάβουρες και τις έθαβαν βαθιά στην άμμο να μην τις δουν οι άνθρωποι και τρομάξουν. Αντ αυτού άφηναν τα κοχύλια να τα μαζέψουν τα κορίτσια να φτιάξουν περιδέραια. Κοιτα με είπες. Ντύθηκα καλοκαίρι.
Στο στέρνο σου απλωνόταν όλη η θέρμη του Ιουλίου. Εκλεισα τα μάτια μου να αποστηθίσω την εικόνα σου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο Δεκέμβρης από δίπλα με έκλεινε το μάτι.

Posted in Πεζά | Σχολιάστε

Γυναίκες, φίλημα του ροδιού,
ξέχασμα του ανέμου πίσω από τον αγέρωχο βράχο.
Που η σελήνη ζήλεψε τον κύκλο σας,
πορφυρό καταρράχτη, που σμιλεύει
τα ύστερα του κόσμου των ανθρώπων.
Η σιωπή ζήτησε την κραυγή της
στην ύστατη ηδονή και κάνει το γόνατο να λυγίζει.
Γυναίκες, στήθος ζωοδότης και λατρεία
πιο παλιά από τους θεούς
ή κάποιο μίλημα μιας νουθεσίας
πιο παλιάς από του νερού το θρόισμα στα σπλάχνα.
Γυρεύω την δροσιά σε μια πολυπληθή έρημο
με απόχη σπασμένη.
Γυναίκες, της νοστιμιάς παραπάτημα.
Φύλλωμα τριανταφυλλιάς, αγωνία ακακίας
και τα αγκάθια στην καρδιά μου.
Γυναίκες, μάτι που κοιτάει πίσω,
βλέμμα που σερβίρει της φωλιάς την θαλπωρή,
χέρι που χαϊδεύει γδέρνοντας.
Το κενό δεν αντικαθίσταται με υποκατάστατα σε ζελατίνα.
Απόψε θέλω να σκίσω κάθε σελίδα ρομαντικής ποίησης
και να κάψω το κορμί μου θυσία στο πέρασμα των αιώνων
καταλήγοντας εκεί που άρχισα.
Βέβηλος προσκυνητής δίχως χάρτη γλείφοντας
την πύλη της εισόδου μου στην ύπαρξη αναρωτιέμαι διαρκώς.
Μα δεν χρειάζονται απαντήσεις στην αιμάτινη απόλαυση.
Καρδιά κουρδιστήρι και πόδια στους ώμους.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

-Τι περιμένουμε εδώ ;
-Ίσως κάποια απάντηση.
-Θυμάσαι την ερώτηση ;
-Αμυδρά σαν παιδική ανάμνηση που πήρε το φύσημα του αέρα.
-Θυμάσαι μήπως το πρώτο σου φιλί;
-Θυμάμαι την τελευταία μου πληγή. Kοίτα!
-Περιμένεις ώρα;
-Όσες οι πεταμένες γόπες στα πόδια σου.
-Θα περιμένεις για πολύ ακόμα;
-Όλο λέω πως θα φύγω μα κάθε στιγμή
που κάνω το βήμα ένα τσιγάρο φυτρώνει στα χέρια μου.
Καπνίζω και περιμένω. Ξέρεις είμαι καλός στην αναμονή.
-Δεν την χώνεψα. Τρέμουν τα δόντια μου.
-Πάρε ένα τσιγάρο.
-Θες παρέα ;
-Συνήθισα την μοναξιά και λέω να δοκιμάσω αλλιώς.
-Και γιατί διαλέγεις εμένα ;
-Γιατί διάλεξες την ίδια ερώτηση.
-Η απάντηση όμως που είναι ;
-Θα ξεπροβάλλει από το τούνελ. Θα δεις.
-Θα μας ικανοποιήσει ;
-Θα μας αναστατώσει στην αρχή.
Ίσως μας συγχίσει μα μετά ηρεμείς.
Το ξανασκέφτεσαι και ηρεμείς.
-Πιάνει πάντα;
-Όχι με όλες τις απαντήσεις, κάποιες είναι ξυράφι
σε κόβουνε στα δυο.
-Την έχεις συναντήσει ποτέ την απάντηση;
-Δεν θυμάμαι. Δεν νομίζω.
-Περνάει σίγουρα από εδώ ;
-Έτσι λέει η στάση.
-Εγώ λέω να την αλλάξουμε την ερώτηση.
-Αυτό δεν γίνεται.
-Γιατί ;
-Γιατί δεν γίνεται να αλλάξεις κάτι που δεν γνωρίζεις.
-Ε τότε τι περιμένουμε τέλος πάντων;
-Α θυμήθηκα.
-Τι ;
-Αυτή ήταν η ερώτηση.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Εικόνα | Posted on by | Σχολιάστε