Στην κορφή επάνω καθόμουνα
με θέα το ποτάμι.
Χέρια μεγάλα με πινέλα
ζωγράφιζαν τα σύννεφα πορτοκαλί.
«Νερό που ρέεις και ατέρμονα ταξιδεύεις ,
είπα,
πάρε ορμή ,
χείμαρρος να γίνεις
να δω την δύναμη σου
να τρομάζει το κοπάδι που βοσκάει.»
Χέρια μεγάλα με μπουζούκια και σάζια
τεράστια παίζαν μουσική.
Στην κορφή επάνω καθόμουνα
και το κοπάδι ατρόμητο
συνέχιζε την βοσκή του .
Τότε ακούστηκε ο ποταμός
και με λέει
«Ανόητε βλάκα που ζητάς
να τρομάξω τα ήρεμα ζώα
για το κέφι σου , θα δεις
πόση πλάκα έχει όταν
παίξουμε με την ζωή σου.
Έγινα φίλος με νυφίτσες
που είχαν μοικανες και σκουλαρίκια
και γάτες με ατσάλινα νύχια
σε ένα κάτεργο εγκατεστημένο
σε έναν παγωμένο μετεωρίτη
και εμεινα για 10 μέρες
Όταν ξαφνικά μέσα στην νύχτα
χέρια μεγάλα σπάζοντας
τους πάγους με αξίνες
με πήραν και με παράτησαν στην κορφή.
Δεν προκαλώ ξανά ποταμό όταν τους περνώ
όσο χέρια μεγάλα με μπουζούκια και σάζια
τεράστια παίζουν μουσική.

Advertisements
Posted in Κολλάζ, Ποίηση | Σχολιάστε

Στις χορδές φαγώνονται τα δάχτυλα
ακούραστα να παίζουν ένα χιτζαζ ταξίμι.
Στα τραπέζια λιγοστός κόσμος
-δυο παρέες –
ένα λιοντάρι με χαίτη από μαχαίρια
ένα άλογο με πρησμένα  πόδια
ένας κροκόδειλος με διαμαντένια δόντια
και ένας ρινόκερος με ατσάλινο κέρατο.
-στην άλλη-
ο Αντώνης ο μαχαίρας
ο Κώστας ο κλέφτης
ο Μανώλης  μόρτης
και ο χειρότερος όλων
ο Γιάννης ο σερέτης .
Στις χορδές φαγώνονται τα δάχτυλα
ακούραστα να παίζουν νιαβέντ ταξίμι
όταν ο ρινόκερος με το ατσάλινο κέρατο
προκάλεσε για καβγά τον Γιάννη τον σερέτη.
Αυτός κοίταξε το κουμπούρι του
-άφησε το κομπολόι του-
και υψώθηκε με μιας μπρος το ζώο.
Λίγα λόγια πρόλαβε να ψιθυρίσει
ο Τάκης ο σερβιτόρος
-πάντα φλύαρος-
και ο ρινόκερος ξαπλώθηκε κάτω
με 3 πιστολιές στο έδαφος .
Στις χορδές φαγώνονταν τα δάχτυλα
ακούραστα να παίζουν ουσάκ  ταξίμι
όσο ο Τάκης σφουγγαρίζει αίματα.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Στην Ηριάννα Β.Λ.

Κάθε στίχος καταρρέει μπροστά στους τέσσερις τοίχους.
Αλλοίμονο,
η ελευθερία ποτέ δεν τυλίχτηκε από χρυσές κορδέλες
η ελευθερία έχει το χρώμα του αίματος,
κόκκινη και αγέρωχη παραμερίζει
των μικροαστών τις συμβάσεις.
Κάθε στίχος μου λοιπόν αναγνώστη
καταρρέει μπροστά στην καταστολή.
Πίστεψε με
μια  ώρα τώρα προσπαθώ
να γκρεμίσω τέσσερις τοίχους
με τους δικούς μου στίχους
Μάταια .

Θα μπορούσες να έλουζες το κορμί σου
με νερό θαλασσινό .
Θα μπορούσες να γέμιζες όλο αγάπη το κορμί σου
-φιλιά και αγκαλιές- .
Θα μπορούσες να χαμογελάς μπροστά στην καταιγίδα
και είμαι σίγουρος πως το κάνεις.

Μα είναι αλλόκοτος ο καιρός ,
κάνει μια ψύχρα στην ψυχή των ανθρώπων
την στιγμή που ο ήλιος ξεροψήνει
τα άδολα  κορμιά μας.
Πίστεψε με αναγνώστη
χαιρέτισα περήφανα ένα τσούρμο
με τρελούς που φέρανε νταούλια.
Αλλοίμονο η ελευθερία ποτέ δεν τυλίχτηκε από χρυσές κορδέλες .

Ας ήταν μια φορά η απόλαυση να ήτανε δικιά μας.
Να έλεγα με σιγουριά
εδώ πατώ εδώ βρίσκομαι,
μα είναι που οι αλυσίδες σου εξουσία
με πνίγουν  και όλο με πνίγουν μέχρι να σβήσω.
Ηριάννα γύρνα στην παλιά ζωή σου πίσω.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Δεν ξέχασα ποτέ τα ξερά σου χείλη
που όλο αγάπη τα έλουζα
να νιώσεις την ζεστασιά των άστρων.
απόψε με χείλη όλο αγκάθια πλησιάζω
να ταΐσω το θεριό.
είμαι ένα κομμάτι κρέας
είμαι ένα κομμάτι ψέμα
και προσφέρομαι να με κατασπαράξεις
να χορτάσεις από το τίποτα.
είμαι ένα ρημάδι μοναξιά
που όλο θερίζει
με κόσα ατσάλινη
τα λουλούδια της αυλής σου.
δεν έχω τίποτα να πω
και όμως μέσα μου
όλο εκρήξεις μυστικές.
Δεν ξέχασα ποτέ τα ξερά σου χείλη,
δεν υπάρχει κρύο
και στα ζεστά σαλόνια σου
κρατάω ημερολόγιο αυτοφθοράς.
έστω για ότι έμεινε
έστω για ότι θυμάμαι πια.
είμαι μια σιωπή πριν το τέλος.
και αυτό να βηματίζει νωχελικά
γνωρίζοντας την γεύση
από τα ξερά σου χείλη.
ας ήταν μια φορά να ξεχνούσα
και όμως κάθε νύχτα
το σαράκι ροκανίζει ροκανίζει ροκανίζει
τσακ τσακ τσακ τσακ
ένα λευκό ξεθωριασμένο ημερολόγιο
ένα ξεχασμένο θυμικό
ένα παρατημένο ποίημα

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

όταν ο μόχθος χαράζει στις παλάμες
καθαρά από ιδρώτα
ζυγίζονται στον ήλιο τα μέτωπα.

Το ένα σου χέρι με το άλλο σου χέρι
δεν ταιριάζουν
θέλει λέει,
το ένα σου χέρι με το αντίστοιχο του άλλου ένα χέρι
όσο,
το άλλο σου χέρι με το αντίστοιχο του άλλου άλλο χέρι
να ταιριάζουν.

Το ένα μου πόδι
,βήμα,
στέκω|
+
Το άλλο μου πόδι
γείωση.
=
νιώθω
όπως
η σιωπή ουρλιάζει
τις νύχτες με λευκές αστραπές.

7-5-16

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Σερβίρει το μηδέν στο μπαρ.
-Ας μιλήσουν οι αριθμοί
να βουλώσουν τα φωνήεντα]
Εδώ:
Η αφαίρεση κερνάει την πρόσθεση.
Έστω,
Α μια μοναδική μονάδα 1
+
Β μια μοναδική μονάδα 1
=
2 τσόγλανοι που φτύνουν αγωνία.
Το πάνω των κάτω.
3 ροχάλες ξεραμένες σε 4 τετραγωνικά ταβάνι.
Τυφλώνει το κάτω του πάνω.
5 γόπες και κάτι γραμμάρια στάχτη φλερτάρουν
6 κομμένες ανάσες.
Πιο εκεί το ρέψιμο 7 για το 8
που σηκώθηκε για το άπειρο που πιάστηκε.
Διαφωνούν τα σύμφωνα σκίζουν καλσόν.
Μα η σιωπή δεν μετράει
ούτε αντίστροφα ούτε διαγώνια μόνο
στάζει γλύφει στα πρόσωπα
η σιωπή
χαράζει
τον μηδενιστικό κρότο της τελείας.

11-5-16

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Είμαι η λευκή κορφή,
με το βίαιο φύσημα του ανέμου.
Χρυσή μοναξιά ρέει καταρράκτης
στις φλέβες μου.
Είμαι το μαύρο βουνό,
αγέρωχο βαρύ και ασήκωτο
είμαι και θα είμαι πάντα εδώ.
Νύχτα με τις ασημένιες αχτίδες
που απλώνεις νωχελικά
στον ήρεμο κάμπο
ξένος περπατώ
την ζεστασία των άστρων σου
και ψιθυρίζω της λευτεριάς
τον κρότο.

Posted in Κολλάζ, Ποίηση | Σχολιάστε