Κολάζ σε χαρτόνι με εφημεριδα, σμυριδόπανο και γυαλόχαρτο.

18/3/19

Advertisements
Posted in Κολλάζ | Σχολιάστε

Κάθε βράδυ ένας άντρας πήγαινε στο ξεραμένο πηγάδι της αυλής του και άφηνε ένα φιλί. Το φιλί φύτρωνε γινόταν νυχτολούλουδο και τύλιγε το πηγάδι προσπαθώντας να ξεφύγει. Στην αυλή του σπιτιού δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Ούτε δέντρα, ούτε γλάστρες. Όποιο ξέφευγε, ερχόταν ένα άστρο και το έπαιρνε σε άλλο γαλαξία να ανθίσει το σύμπαν.
Μια νύχτα μια γυναίκα που περνούσε μπροστά από το σπίτι σκόνταψε στο πεζοδρόμιο και πλήγωσε το γόνατό της. Είδε τότε ένα άστρο να πέφτει στην αυλή του σπιτιού και νόμισε πως το φως αυτό θα την βοηθήσει, έτσι πήγε προς τα εκεί. Πονώντας πλησίασε το πηγάδι και είδε τα νυχτολούλουδα να προσπαθούν να ξεφύγουν. Αυτά στην αρχή τρόμαξαν σαν είδαν έναν άνθρωπο ξένο. Μα τέτοια που ήταν αμέσως μυρίστηκαν το αίμα και τύλιξαν το γόνατο. Η γυναίκα ανακουφίστηκε. Ο πόνος έδωσε την θέση του σε μια παράξενη ηδονή που η γυναίκα δεν ήταν συνηθισμένη. Τα νυχτολούλουδα και αυτά ενθουσιασμένα άρχισαν να τυλίγουν το κορίτσι και να βγαίνουν από το πηγάδι. Δέκα άστρα κατέβηκαν εκείνη την στιγμή και την άρπαξαν.
Η γυναίκα δεν πονάει πια. Μουδιασμένη στην παράξενη ηδονή ταξιδεύει στην απεραντοσύνη του χάους και παραμένει ανθισμένη εκεί ανάμεσα σε μοναχικούς πλανήτες και φλεγόμενα άστρα. Ο άντρας που πήγε μετά στο πηγάδι το είδε άδειο. Ξαφνιάστηκε στην αρχή μα είδε έναν σκίουρο να περπατά και του είπε την ιστορία. Χάρηκε τόσο πολύ που τα φιλιά νυχτολούλουδα του επιτέλους χρειάστηκαν σε κάτι και ξαναέριξε ένα φιλί στο πηγάδι. Ποτέ δεν ξέρεις είπε και ξαναμπήκε μέσα στο σπίτι του.

 

Posted in Πεζά | Σχολιάστε

Θέλω να φάω ένα αστέρι,
να το ξεκοκκαλίσω
και να λάμψω στον γαλαξία.
Βαρέθηκα το παξιμάδι
που μέρα νύχτα ζυμώνει η μάνα.
Που αντί νερό βάζει δάκρυ.
-πονάει-
Οι εποχές είναι κατάσταση
στις καρδιές των ανθρώπων.
Σαν άνοιξη σερβίρεις το νερό
από το χιόνι που λιώνει
και στην καρδιά μου ανθίζουν μανόλιες.
Τις ξεριζώνω
-πονάει-
στις προσφέρω
εσύ
τρύπια χέρια
πέφτουν κάτω μαραίνονται.
-πονάει περισσότερο-
Δεν πειράζει του χρόνου πάλι.
Γελάει το άστρο που πορεύεται
στη διαστολή του σύμπαντος.
Αρπάζω πιρούνι όλο ξεφεύγει.
Δεν πειράζει του χρόνου πάλι.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Ο στίχος είναι πάντα εκεί.
Κάτω από το σβηστό φανάρι,
πίσω από το ξύλινο ντουλάπι,
μέσα στην κατακόκκινη καρδιά.
Φοράει τα μεταξωτά κουρέλια του,
κάθεται σταυροπόδι και καπνίζει
περιμένοντας τον επόμενο στίχο
και μαζί να κινήσουν για να βρουν το ποίημα.
Θυμάται την ηχώ των λέξεων,
τον χορό της γλώσσας μέσα στο στόμα,
τα καστανά αμυγδαλωτά σου μάτια
και την μοναξιά των φθαρμένων παπουτσιών
στην αναζήτηση της υπόστασης.
Ρεμβάζει σε άβολες θέσεις,
στις κρύες στάσεις του λεωφορείου,
στην ορθοστασία της γραφειοκρατίας,
σε πύρινα οδοφράγματα.
Κυρίως όμως αγαπάει να υπάρχει.
Πότε σαν γλυκό παραμύθι
πότε σαν δηλητηριώδες αγκάθι.
Κάνει εμάς τους μερικούς παράξενους
να αγκαλιάζουμε το χαρτί ανακουφισμένοι
ή να το σκίζουμε αγανακτισμένοι.
Ο στίχος είναι πάντα εκεί
και εμείς μαρτυρούμε βουβοί
με ένα μολύβι ζαλισμένο
από την έσχατη έκφραση.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Προσπάθησα να γράψω ένα σύνθημα
στη σόλα των παπουτσιών μου.
Το περίπτερο κλειστό.
Τα τσιγάρα ρίχνουν ζάρια
με το κερί να βγάζει τις μάσκες
στο πέρασμα της ώρας.
Ποτήρι αδειανό.
Μυαλό ζαλισμένο.
Καρδιά εύφλεκτη.
Ψάχνω να βρω το παρατημένο μυστικό
στον λαβύρινθο του δάσους.
Να βρω εσένα
σκαρφαλωμένη στα πεύκα και τα έλατα.
Το σύνθημα στις σόλες ξέφτισε.
Μπορώ να μακρηγορώ για ώρες.
Να πλέκω στίχους σαν καπέλα
για τους εργάτες που σκαλίζουν
τη γη της ηδονής σου.
Μα δεν το κάνω.
Όπως αδιαφορώ για την μοναξιά των άστρων
ή για την ξενοιασιά των ποτηριών που σπάνε.
Έτσι ξεχνιέμαι στους παλμούς
που φαντάζομαι σαν σε βλέπω να χορεύεις .
Να τώρα είσαι ήρεμη σαν την φωτιά του κεριού
που φωτίζει την δημιουργία αυτού του ποιήματος.
να τώρα είσαι…
-το κερί σβηστό-
δεν ξέρω.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε

Στο ραδιόφωνο ακούγονταν οι ανθισμένες ροδακινιές, έτσι όπως ξόρκιζαν τον χειμώνα που έτρεχε κακήν κακώς να γλυτώσει από τις κοφτερές ηλιαχτίδες της άνοιξης κάνοντας τον να λιώνει. Το μπουκάλι με το νερό είχε γίνει κίτρινο από διάφανο και τα πιρούνια χόρευαν σε ένα ακαθόριστο ροκ εντ ρολ κάνοντας τα κουτάλια να τρελαίνονται και να τους τρέχουν τα σάλια.
-Μπορείς να βγάλεις τις μπαταρίες από το ρολόι, να βγάλεις έξω τον χρόνο που γαβγίζει λυσσαλέα και χαλάει την ηρεμία μου ;
-Μπορώ να σου χαρίσω τους χτύπους της καρδιά μου , σωστό κομπρεσέρ που γκρεμίζει τα τοιχώματα της ψυχής και δεν σε αφήνουν να με χορτάσεις.
Στον φούρνο ψηνόταν η υπομονή τόσο αργά όσο κάνει ο σταλαγμίτης να συναντηθεί με τον σταλακτίτη. Οι ροδακινιές θρόιζαν χορεύοντας στο απαλό αεράκι του μεσημεριού και ο ήλιος σαν επόπτης τύφλωνε τα μάτια όσο τα χέρια προσπαθούσαν να ξορκίσουν την φαγούρα της ανυπομονησίας.
-Ας ήταν καλύτερα…
-Ας ήτανε καλύτερα τι ;
-Ας ηταν καλύτερα τα λόγια που λέει ο ποντικός πιασμένος στα δόντια της γάτας.
-Με θυμίζουν τις βλασφημίες σου την ώρα που περνάς την είσοδο της ηδονής.
-Με θυμίζουν τις κατάρες του φυλακισμένου.
Στο κομοδίνο ένα βιβλίο διάβαζε τις ευχές που ήταν ζωγραφισμένες στο ταβάνι με τους αναστεναγμούς που ακολουθούσαν και έκαναν να διαγράφονται οι πόθοι θολοί , όχι βέβαια τόσο θολοί ώστε να μην μπορείς να τους διαβάσεις. Στα μάτια της μια σπίθα έκανε να ανάψει.
-Ξέρεις κάτι ;
-Δεν ξέρω και πολλά, παλεύω χρόνια με την λήθη και αυτή όλο νικά με το διαφανο της πέπλο να με τυλίγει αφήνοντας με ξερό και σκέτο.
-Ξέρεις πόσο κοστίζει να έχεις φτερά ;
-Οσο κοστίζει να ζεις χωρίς αντικείμενα στην κατοχή σου.
-Και τα κοράκια με τα γυαλιστερά τους μπιχλιμπίδια ;
-Είναι τρομπέτες σε πένθιμο εμβατήριο.
Το ραδιόφωνο έκλεισε, oι ροδακινιές έβγαλαν καρπούς και η νύχτα απλώθηκε τριγύρω για να καλύψει όσα η λήθη δεν πρόλαβε να σβήσει. Η υπομονή δεν ήταν έτοιμη ακόμα.

Posted in Πεζά | Σχολιάστε

Άνοιξη είναι όταν βγάζεις το μπουρνούζι,
εκείνο ένα λεπτό
πριν φορέσεις το μαύρο φόρεμα
και έρθεις προς τα εμένα ξυπόλητη.
Άνοιξη δεν είναι όταν ζωγραφίζεις την απουσία,
εκείνα τα ζόρικα λεπτά
πριν φορέσεις την γλυκιά επιστροφή
και έρθεις προς τα εμένα φωσφορίζοντας.
Άνοιξη είναι όταν κοιτάς το μπρίκι,
εκείνα τα νυσταγμένα λεπτά
πριν φορέσεις τις καλοσυνάτες καλημέρες
και έρθεις προς τα εμένα με τον καφέ.
Άνοιξη δεν είναι όταν καίω τα μακαρόνια
εκείνα τα αποτυχημένα λεπτά
πριν φορέσεις τον σκούφο του σεφ
και έρθεις προς τα εμένα κοροϊδεύοντας.
Άνοιξη είναι όταν βουρτσίζεις τα δόντια σου
εκείνα τα τρία λεπτά
πριν φορέσεις το λαμπερό χαμόγελο
και έρθεις προς τα εμένα ανθισμένη.
Άνοιξη δεν είναι όταν συννεφιάζει το πρόσωπο σου
εκείνες τα αβάσταχτα λεπτά
πριν φορέσεις τα μυτερά σου νύχια
και έρθεις προς τα εμένα να με λιντσάρεις.

Posted in Ποίηση | Σχολιάστε